diabetes-med.gr

Επιλεγμένο άρθρο

Το τσεκ-απ του ασθενή με διαβήτη

Το τσεκ-απ του ασθενή με διαβήτη

Ο διαβήτης, ως χρόνια νόσος, συνοδεύει τους ασθενείς στην καθημερινότητά τους για πολλά χρόνια. Γίνεται τρόπος ζωής και, συχνά, η δύναμη της συνήθειας οδηγεί ακόμα και τους πιο σχολαστικούς στο να παραμελούν κάποιες πλευρές της παρακολούθησής του. Επειδή όμως είναι και μια «ύπουλη» νόσος με αρκετές δυνητικές επιπλοκές, είναι καθήκον του γιατρού να υπενθυμίζει τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να γίνεται αυτή η παρακολούθηση. Έτσι λοιπόν, θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας τα παρακάτω:


1. Η παρακολούθηση στο σπίτι.

Η παρακολούθηση στο σπίτι δίνει την πιο άμεση, καθημερινή εικόνα για το πού βρίσκεται το σάκχαρο. Όλοι οι ασθενείς (και οι κοντινοί τους άνθρωποι) πρέπει να γνωρίζουν πώς να μετράνε το σάκχαρο με το μετρητή, με μια σταγόνα αίματος από το δάκτυλο. Για ασθενείς τύπου 2 που παίρνουν μόνο δισκία και είναι καλά ρυθμισμένοι, συνήθως αρκούν 2-3 μετρήσεις την εβδομάδα. Καλό είναι όμως η μέτρηση να μη γίνεται πάντα την ίδια ώρα της ημέρας (π.χ. μια μέρα μπορούν να μετρήσουν πριν το πρωινό, άλλη μέρα 2 ώρες μετά το γεύμα ή το δείπνο κ.τ.λ). Προσοχή χρειάζεται όταν υπάρχει απορρύθμιση (πχ σε περιόδους που υπάρχει κάποια λοίμωξη), οπότε οι μετρήσεις θα πρέπει να είναι συχνότερες. Στο άλλο άκρο βρίσκονται οι ασθενείς σε εντατικοποιημένο σχήμα ινσουλινοθεραπείας (τυπικά τύπου 1), οι οποίοι πρέπει να μετρούν το σάκχαρό τους τουλάχιστον 4 φορές την ημέρα (πριν τα 3 κύρια γεύματα και πριν το νυκτερινό ύπνο) και πολλές φορές ακόμα συχνότερα. Εξίσου σημαντική με τη μέτρηση είναι και η καταγραφή των τιμών, με τρόπο που θα βοηθήσουν το γιατρό στην επόμενη επίσκεψη να βγάλει συμπεράσματα και να πάρει θεραπευτικές αποφάσεις. Οι στόχοι που προσπαθούμε να πετύχουμε με τις παρεμβάσεις μας είναι πάντα συγκεκριμένοι (αλλά και εξατομικευμένοι για κάθε περίπτωση). Συνήθως ο στόχος για το πρωινό σάκχαρο (νηστικός) είναι 80-120 mg/dl, ενώ για δύο ώρες μετά το φαγητό είναι <180 mg/dl (και ιδανικά <140 mg/dl).

Επειδή ο διαβήτης αυξάνει τον κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα, πρέπει να παρακολουθούμε και τους άλλους παράγοντες που αυξάνουν τον ίδιο κίνδυνο. Ένας από τους βασικότερους είναι η αρτηριακή πίεση. Έτσι, όλοι οι ασθενείς με διαβήτη θα πρέπει καταρχάς να γνωρίζουν αν έχουν υπέρταση ή όχι. Σε περίπτωση που έχουν, είναι επιβεβλημένο να παρακολουθούν τακτικά την πίεσή τους ώστε να είναι σίγουροι ότι (με την αγωγή) βρίσκεται εντός των στόχων. Σημειωτέον, οι στόχοι που πρέπει να πετύχουμε είναι αυστηρότεροι από αυτούς των μη διαβητικών. Θέλουμε συστολική πίεση <130 mmHg και διαστολική <80 mmHg.

Κάτι ακόμα που μπορεί ο καθένας να κάνει στο σπίτι του, είναι ο τακτικός έλεγχος των ποδιών, ειδικά αν έχει συμπτώματα νευροπάθειας (π.χ. μούδιασμα στα πέλματα). Ελέγχουμε για τραυματισμούς, γρατζουνιές, φουσκάλες, κάλους, αλλαγές στο χρώμα ή οτιδήποτε ασυνήθιστο. Πρέπει να εξετάζουμε προσεκτικά όλο το πόδι, το πέλμα και ανάμεσα στα δάκτυλα (αν είναι απαραίτητο χρησιμοποιούμε καθρεφτάκι). Σε περίπτωση που διαπιστωθεί κάτι, δεν καταφεύγουμε σε εμπειρικές θεραπείες, αλλά απευθυνόμαστε στον ειδικό.


2. Η εργαστηριακή/ιατρική παρακολούθηση.

Οι ασθενείς με διαβήτη, πέραν από τον γενικό προληπτικό έλεγχο τον οποίο (θεωρητικά τουλάχιστον) κάνουμε όλοι κατά περιόδους, πρέπει να κάνουν και κάποιες επιπλέον εξετάσεις.

Η βασικότερη ίσως εξέταση που πρέπει να κάνει ένας διαβητικός είναι η «γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη» (που συμβολίζεται ως HbA1c). Η εξέταση αυτή μετράει το ποσοστό της αιμοσφαιρίνης του αίματος που έχει επηρεαστεί από τη γλυκόζη. Και επειδή τα ερυθρά αιμοσφαίρια ζουν περίπου ένα τρίμηνο, η τιμή της αντικατοπτρίζει ουσιαστικά τη συνεχή επίδραση της γλυκόζης σε αυτά καθόλη τη διάρκεια του τριμήνου. Πρακτικά λοιπόν μας δείχνει έναν μέσο όρο όλων των τιμών του σακχάρου κατά τους 3 τελευταίους μήνες. Είναι απαραίτητη σε κάθε επίσκεψη στο γιατρό (εφόσον έχει παρέλθει το τρίμηνο) και είναι η εξέταση που θα μας υποδείξει αν πρέπει να τροποποιήσουμε την αγωγή. Ο στόχος είναι κι εδώ πολύ συγκεκριμένος: η τιμή πρέπει να είναι οπωσδήποτε <7%.

Μια με δύο φορές ετησίως πρέπει να γίνεται και μέτρηση της χοληστερόλης (ολικής, LDL και HDL) και των τριγλυκεριδίων. Ο στόχος συγκεκριμένα για την LDL (την «κακή» χοληστερόλη) είναι <100 mg/dl (πολύ χαμηλότερος από τους μη διαβητικούς) και ακόμα χαμηλότερος αν συνυπάρχει στεφανιαία νόσος ή επιπλοκές από τα αγγεία. Ο λόγος είναι ότι, όπως είπαμε, ο ασθενής με διαβήτη βρίσκεται ήδη σε αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά επεισόδια, κάτι που επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο από την αυξημένη χοληστερόλη. Μια φορά το χρόνο πρέπει απαραιτήτως ελέγχουμε προληπτικά και για επιπλοκές από τα μικρά αγγεία. Έτσι, γίνονται δύο ειδικές εξετάσεις: α) οφθαλμολογική εξέταση (βυθοσκόπηση), στην οποία φαίνονται απευθείας τυχόν αλλοιώσεις των μικρών αγγείων του αμφιβληστροειδή, και β) μέτρηση της αλβουμίνης ούρων 24/ώρου (έλεγχος για μικροαλβουμινουρία), στην οποία φαίνεται κατά πόσο τα μικρά αγγεία του νεφρού παρουσιάζουν «διαρροή» (αφήνοντας την αλβουμίνη να περάσει στα ούρα).

Επίσης μια φορά το χρόνο, πρέπει να γίνεται και η προληπτική εξέταση των ποδιών από το γιατρό. Ακόμα κι αν δεν υπάρχουν συμπτώματα, η κλινική εξέταση για περιφερική αρτηριοπάθεια ή νευροπάθεια μπορεί να αποκαλύψει κάποιο πρόβλημα που να χρειάζεται την προσοχή μας.

Τέλος, πρέπει να γίνεται έλεγχος και για καταστάσεις που μπορεί να συνυπάρχουν με το διαβήτη (π.χ. εξετάσεις θυρεοειδούς τουλάχιστον μια φορά κατά τη διάγνωση) καθώς και, αν υπάρχουν ενδείξεις, έλεγχος της καρδιάς και των αγγείων (π.χ. triplex, δοκιμασία κόπωσης κ.ά.).


3. Άλλες παράμετροι που πρέπει να θυμόμαστε.

Εφόσον η μεγαλύτερη απειλή για τον ασθενή με διαβήτη είναι τα καρδιαγγειακά επεισόδια ,είναι ζωτικής σημασίας να αντιμετωπιστούν όλοι οι παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Έτσι, εκτός από τη ρύθμιση της χοληστερόλης και της αρτηριακής πίεσης, είναι απόλυτη ανάγκη να διακοπεί το κάπνισμα. Και δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως το μέτρο αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο όλων.

Για την πρόληψη των λοιμώξεων (στις οποίες οι ασθενείς με διαβήτη είναι γενικά πιο επιρρεπείς), εκτός από τα γενικά μέτρα προφύλαξης, είναι χρήσιμος ο εμβολιασμός για τη γρίπη (μια φορά το χρόνο, κάθε φθινόπωρο) και για τον πνευμονιόκοκκο (μια φορά εφάπαξ, με πιθανή επανάληψη κάθε 5 χρόνια μετά τα 60 έτη).

Τέλος, όλοι όσοι λαμβάνουν αγωγή με οποιονδήποτε υπογλυκαιμικό παράγοντα (χάπια ή ινσουλίνη) θα πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένοι στο να αναγνωρίζουν τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας, και να έχουν πάντα μαζί τους κάποια εύχρηστη και άμεση πηγή υδατανθράκων (πχ καραμέλες, φακελάκια ζάχαρης, χυμό κτλ).